“Ο άλλος εαυτός”- Ελένη Κατσώνη

Ξεκλείδωσε την εξώπορτα, μπήκε στο διαμέρισμα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Στηρίχτηκε πάνω της με όλο το κορμί της κι έκλεισε με δύναμη τα μάτια της. «Τι μέρα κι αυτή», αναρωτήθηκε αναστενάζοντας βαθιά. Με το που πάτησε το πόδι της στο σπίτι, το χαμένο αίσθημα ασφάλειας βρήκε ξανά το δρόμο του στο μυαλό της. Έτσι ακίνητη βυθίστηκε για λίγο στις σκέψεις της. Είχε βιώσει μία από αυτές τις μέρες που αναρωτιέται κανείς πώς σκατά συνέβησαν όλα αυτά. Από τη στιγμή που ξύπνησε ένιωθε σα να έχει βγει από το σώμα της και να παρατηρεί τη ζωή της χωρίς να μπορεί να επέμβει. Τον τελευταίο καιρό, κάποιος μπαινόβγαινε στο μυαλό της. Προσπαθούσε να πειθαρχήσει και να τον διώξει αλλά αυτός πάντα έβρισκε τρόπο να τρυπώνει τις πιο ακατάλληλες στιγμές.

Έβγαλε με μερικές γρήγορες και άτσαλες κινήσεις όλα της τα ρούχα κι έτρεξε με ανυπομονησία στη μπανιέρα. Τη γέμισε μέχρι πάνω με ζεστό νερό κι άφθονο αφρόλουτρο. Η μυρωδιά του είχε τη γλύκα μιας βόλτας στο λούνα παρκ των παιδικών της χρόνων και γι’ αυτό το προτιμούσε. Χώθηκε μέσα στην αφράτη σαπουνάδα με λαχτάρα. Η σκέψη του μονοπωλούσε το μυαλό της. Για μια στιγμή μονάχα αποφάσισε ν’ αφεθεί και να της υποταχτεί. Το σώμα της γλίστρησε μέσα στο νερό και βυθίστηκε ολόκληρη στη ζεστή αγκαλιά της μπανιέρας της. Με τα χέρια της ζωγράφισε νοητά το περίγραμμα του στήθους της, της κοιλιάς και των γλουτών της. Ένιωθε ότι δεν έπαιρνε πια αυτή τις αποφάσεις. Είχε εισβάλει ο ίδιος στο μυαλό της και την καθοδηγούσε. Ήταν σα μια ξύλινη μαριονέτα στα χέρια του κι αυτός κινούσε τα νήματά της. 

Ο διαπεραστικός ήχος του κουδουνιού διέκοψε τη σιωπή. Βγήκε από τη μπανιέρα, σχεδόν τρέχοντας, και φανερά ταραγμένη πλησίασε το θυροτηλέφωνο με τα χείλη της. Το βρεγμένο κορμί της στράγγιζε στο πάτωμα. Μια λιμνούλα είχε σχηματιστεί γύρω από τα πόδια της. «Ποιος είναι;», ρώτησε με τρεμάμενη φωνή. «Εγώ», ακούστηκε από την άλλη άκρη, η βραχνή φωνή ενός άνδρα. Ένιωσε ότι για λίγα δευτερόλεπτα η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά, με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα της ελαφρώς ανοιχτό από την έκπληξη, πάτησε παρατεταμένα το μικροσκοπικό κόκκινο κουμπί. Η πόρτα άνοιξε.

Ήταν τόσο ταραγμένη που δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είναι ακόμη γυμνή. Το πάτωμα του διαδρόμου ήταν γεμάτο με τις βρεγμένες πατημασιές της. «Τι κάνεις εσύ εδώ;», τον ρώτησε. «Πού ήξερες πού μένω;». Αυτός δεν απάντησε τίποτα. Φαινόταν αναστατωμένος. Σάστισε που τον υποδέχτηκε σ’ αυτήν την κατάσταση. Την έσπρωξε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Την άρπαξε με τα δυο του χέρια και τη φίλησε με λαχτάρα. Τα χείλη του έκαιγαν τα δικά της. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, με τα πόδια της αγκάλιασε τη μέση του και βυθίστηκε στη ζεστή αγκαλιά του. Την οδήγησε στο σαλόνι. Ξάπλωσαν στο πάτωμα πάνω στο πολύχρωμο χαλί που κάλυπτε τις πληγές του ξύλινου παρκέ του μικρού διαμερίσματός της. Όσο αυτός γδυνόταν, αφήνοντας ένα ένα τα ρούχα του στο πάτωμα δίπλα του, αυτή παρέμενε ξαπλωμένη κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια. Την πλησίασε και με τα χέρια του ζωγράφισε νοητά το περίγραμμα του στήθους της, της κοιλιάς και των γλουτών της. 

Ο εκκωφαντικός ήχος μιας μηχανής που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα την έκανε να πεταχτεί. Την είχε πάρει για τα καλά ο ύπνος κι ένιωθε ένα έντονο τσούξιμο στα μάτια της. Τα έτριψε με τα χέρια της και φανερά ενοχλημένη, σηκώθηκε κι απελευθέρωσε το νερό που βρισκόταν παγιδευμένο μαζί της στη μπανιέρα. Με τα χέρια της αναζήτησε την πετσέτα της. Σκουπίστηκε βιαστικά και το βλέμμα της συνάντησε το είδωλό της στον καθρέφτη. Έμεινε για λίγα λεπτά να το κοιτάζει εξεταστικά. Ύστερα το απέφυγε και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. 

Προχωρούσε σα μαγεμένη, η πετσέτα της γλίστρησε κι έπεσε στο πάτωμα. Συνέχισε να προχωράει ώσπου σταμάτησε μπροστά στο πιάνο. Έσυρε αθόρυβα το κάθισμά του και βολεύτηκε πάνω του. Ακούμπησε τα δάχτυλά της πάνω στα πλήκτρα κι αμέσως μια γνώριμη μελωδία έσπασε τη σιωπή της νύχτας. Ένιωσε ανακούφιση, μια παράξενη ηρεμία και στο πρόσωπό της σχηματίστηκε δειλά-δειλά ένα χαμόγελο. Η μπαλκονόπορτα δίπλα της ήταν ορθάνοιχτη, ένα δροσερό φθινοπωρινό αεράκι κουνούσε την κουρτίνα πέρα δώθε γαργαλώντας επανειλημμένα τον αριστερό της αστράγαλο. Δεν την ενοχλούσε. Αυτή συνέχισε να παίζει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο παθιασμένα ενώ ο ήχος από το πιάνο της έσβηνε μία μία τις σκέψεις από το μυαλό της.

Βιογραφικό: Γεννήθηκα το 1992 μια Παρασκευή του Γενάρη και μεγάλωσα στην Ηλιούπολη Αττικής. Το 2010 μετακόμισα στο Ηράκλειο Κρήτης για να σπουδάσω Βιολογία αλλά 5 χρόνια αργότερα επέστρεψα μόνιμα στην Ηλιούπολη. Τα τελευταία χρόνια, σε μια προσπάθεια να βάλω σε μια τάξη τον καταρράκτη των σκέψεων που κατέκλυζαν καθημερινά το μυαλό μου, ξεκίνησα να γράφω διηγήματα μικρής, κυρίως, έκτασης. Συνήθως, πηγή έμπνευσής μου αποτελεί οτιδήποτε κεντρίζει την προσοχή μου και κρύβει πίσω του μια μυστηριώδη ιστορία. Συχνά, η ιστορία αυτή φυλακίζεται σε ένα κλικ της φωτογραφικής μου μηχανής κι αυτός ο συνδυασμός με βοηθά να εκφράζω τους βαθύτερους προβληματισμούς και τους φόβους μου.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε από την Ελένη Κατσώνη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: