“Συννεφιασμένη Ημέρα”- Pit

Κοιτάζω γύρω μου καθώς μπαίνω στην καφετέρια που συχνάζω. Ο καιρός είναι μουντός και γκρίζος σήμερα, οπότε σκέφτομαι ότι η συνηθισμένη μου γωνιά θα είναι άδεια περιμένοντας εμένα. Όμως, εκπλήσσομαι όταν βλέπω πως δεν είναι έτσι. Ένας τύπος με κοντά, μαύρα μαλλιά, σκούρα καφέ γυαλιά που καλύπτουν τα μεγάλα του μάτια, και γένια τριών ημερών που κολακεύουν τις γραμμές του προσώπου του, έχει ήδη απλώσει τα πράγματά του στο “τραπέζι μου”.

Αμέσως νιώθω ένα αίσθημα προδοσίας από τους σερβιτόρους που δουλεύουν εδώ, μία σχεδόν παραβίαση του προσωπικού μου χώρου. Ξέρουν ότι εγώ κάθομαι εκεί, θα έπρεπε έστω να προσπαθήσουν να του πουν να κάτσει αλλού. Ίσως φταίει που άργησα και εγώ να έρθω σήμερα, ίσως φταίει ότι είναι μία συννεφιασμένη ημέρα.

Φυσικά και κάποιος κάθεται στην θέση μου σήμερα απ’όλες τις ημέρες…

Κανείς εδώ δεν το ξέρει, αλλά αγαπώ τις συννεφιασμένες ημέρες και ιδιαίτερα τις ημέρες που έρχομαι εδώ και κάθομαι στο τραπέζι μου, δίπλα στο παράθυρο, με τον τοίχο ακριβώς από πίσω μου. Μου δίνει ένα αίσθημα ζεστασιάς, την ασφάλεια του παρατηρητή πίσω από το τζάμι, μία οικεία γωνία του κόσμου που είναι δική μου.

Χαμένος στις σκέψεις μου, συνειδητοποιώ ότι ξαφνικά με κοιτάζει.

Τον κοιτάζω πίσω.

Μου χαμογελάει καθώς μία τούφα από τα μαλλιά του πέφτει μπροστά από τα γυαλιά του.

Τραβάω τα μάτια μου ακαριαία και σχεδόν σκοντάφτω στο κοντινότερο άδειο τραπέζι που μπορώ να βρω. Νιώθω τα αυτιά μου να καίνε και αρχίζω να σκέφτομαι:

Γιατί μου χαμογέλασε;

Αυτή η ερώτηση πλημμυρίζει το μυαλό μου για το υπόλοιπο μισάωρο. Ψάχνω την αφορμή, τον λόγο, την σημασία αυτού του χαμόγελου. Έδειξα κάτι εγώ; Μήπως στεκόμουν πολύ ώρα ακίνητος και ήθελε να είναι ευγενικός αντί να με διαολοστείλει όπως θα έκανε ο κάθε φυσιολογικός άνθρωπος; Γιατί μου χαμογέλασε;

Μου φαίνεται αδύνατον να συγκεντρωθώ σε σημείο που συνέχεια του ρίχνω κλεφτές ματιές. Πάνω από τις μισές φορές τον βρίσκω χαμένο στις σημειώσεις του και δεν μπορώ παρά να νιώσω…ζήλια. Αν δεν είχε κάτσει στην θέση μου, δεν θα είχα χάσει τόσο χρόνο να σκέφτομαι βλακείες.

Ξέρω όμως ότι δεν είναι αυτός ο λόγος που ζηλεύω.

Μετά από μία ώρα, ο τύπος με τα μαύρα μαλλιά σηκώνεται να τεντωθεί και τα μάτια μας συναντιόνται ξανά. Μου χαμογελάει πάλι, μόνο που τώρα το χαμόγελο είναι διαφορετικό, σχεδόν προσωπικό. Δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω και εγώ πίσω. Η καρδιά μου αμέσως αρχίζει να χτυπάει σαν τρελή. Νιώθω σαν να κέρδισα αυτό το χαμόγελο, σαν να ήταν προσωπική υπόθεση να τον κάνω να μου χαμογελάσει ξανά. Θέλω να του μιλήσω, θέλω να του πω ότι είναι η θέση μου και μπορούμε να την μοιραστούμε αν θέλει, αλλά τον βλέπω γρήγορα να μαζεύει τις σημειώσεις του και να φεύγει.

Προσπαθώ να μην το δείξω, αλλά το στομάχι μου σφίγγεται κόμπος. Μήπως περίμενα πολύ; Έπρεπε να του είχα μιλήσει από την αρχή, να του είχα πει ότι ‘ξέρεις, αυτή είναι η θέση μου, αλλά μπορείς να την κρατήσεις αν θέλεις.’ Γιατί περίμενα τόσο πολύ;

Ο τύπος με τα μαύρα μαλλιά πηγαίνει προς το ταμείο, μιλάει με την ταμία και γελάνε και οι δύο. Της δίνει ένα χαρτί και φεύγει βιαστικός κοιτάζοντας το ρολόι του. Για κάποιον λόγο, όλο αυτό το κάνει ακόμα χειρότερο. Αρχίζω να μαζεύω τα πράγματά μου ώστε να πάω στο “τραπέζι μου”. Δεν έπρεπε να το αφήσω να με επηρεάσει αυτό. Θα έπρεπε να αρκεστώ στο ότι μου χαμογέλασε σήμερα, μία συννεφιασμένη ημέρα.

Μέχρι να μεταφερθώ στη νέα μου θέση, αμέσως καταλαβαίνω ότι δεν είναι το ίδιο πια. Χωρίς να κάνει τίποτα, νιώθω πια σαν κάποιος να εισέβαλε στον χώρο μου, σε ένα κομμάτι της ζωής μου χωρίς να με ρωτήσει. Σκέφτομαι μέχρι και να φύγω, αλλά πριν πάρω καμία απόφαση, η κοπέλα από το ταμείο έρχεται με μία γεμάτη κούπα αχνιστού καφέ.

Το αφήνει στο τραπέζι και προτού προλάβω να της πω κάτι, φεύγει. Κοιτάζω πάνω στο τραπέζι και βλέπω ένα διπλωμένο χαρτί. Χωρίς δεύτερη σκέψη, το αρπάζω και το ανοίγω, σχεδόν ρίχνοντας την κούπα με τον καφέ κάτω.

Σε είχα δει πολλές φορές να κάθεσαι σε εκείνο το τραπέζι και ήθελα να δω τι το κάνει τόσο ιδιαίτερο.

Τελικά κατάλαβα ότι ήταν εσύ.

Από πίσω έγραφε το όνομά του και τον αριθμό του, αλλά διάβασα το μήνυμα τουλάχιστον άλλες δέκα φορές πριν συνειδητοποιήσω τι έγινε. Κοιτάζω έξω και στάλες βροχής έχουν μόλις αρχίσει να πέφτουν και αναρωτιέμαι, πώς γίνεται μία συννεφιασμένη ημέρα να μοιάζει τόσο λαμπερή;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: