“Το καράβι δεν ήρθε ούτε σήμερα”- Ηλίας Τζελέπης

Κοιτούσε και πάλι το παράθυρο. Το καράβι δεν ήρθε ούτε σήμερα. Είχαν περάσει μέρες και είχε χάσει πια την αίσθηση του χρόνου.

Ζούσε σε κείνο το μικρό σπιτάκι πάνω στο λιμάνι. Δεν ήταν κάτι σπουδαίο, όπως τα μεγαλοπρεπή νέα κτίρια στην χώρα του νησιού, αλλά είχε μία ιδιαίτερη θαλπωρή. Ήταν ολόλευκο, σαν όλα τα σπιτάκια του νησιού, με γαλανά παράθυρα και πόρτες. Στο μπροστινό μέρος είχε μία μικρή αυλή, που κάλυπταν τα δροσερά φύλλα του μεγάλου πλάτανου για χρόνια τώρα. Της άρεσε συχνά να ασχολείται με τα όμορφα λουλούδια στον κηπάκο και να τα περιποιείται. Ήταν πλέον άλλωστε η μόνη της συντροφιά.

Τα παιδιά της είχαν φύγει χρόνια τώρα πολλά για να ζήσουν στην Αθήνα. Στο νησί δεν υπήρχαν πια δουλειές και τα παιδιά έπρεπε να σπουδάσουν. Ύστερα βρήκαν δουλειά στην πρωτεύουσα, παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια. Κάποτε έρχονταν στο νησί κάθε Πάσχα και καλοκαίρι για να δουν τους γονείς τους. Όμως οι ρυθμοί της ζωής άλλαξαν και από τότε που χάθηκε ο πατέρας τους οι επισκέψεις γίναν πιο αραιές.

Όλα της τα χρόνια ο άντρας της ήταν το μόνο της στήριγμα και συντροφιά. Δεν μιλούσε συχνά στο σπίτι και ώρες ώρες ήταν κακόκεφος. Όμως παρά την σιωπή, ήξερε πως την αγαπούσε όσο τίποτα άλλο σε αυτό τον κόσμο. Ήταν λες και υπήρχε μία μαγεία σε αυτή την σιωπή που ένωνε τις ψυχές τους. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουν γιατί ήξεραν κάθε στιγμή ο ένας την σκέψη του άλλου. Τα λόγια ήταν περιττά.

Ωστόσο ο καιρός πέρασε γρήγορα και ο άντρας της χάθηκε. Πέθανε ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό του Φλεβάρη. Όλο το νησί μαζεύτηκε στην κηδεία να τον αποχαιρετίσει. Ήταν αγαπητός άνθρωπος και καλόκαρδος. Μα έφυγε νέος. Έτσι δεν συμβαίνει με όλους τους καλούς ανθρώπους άλλωστε;

Κάμποσους μήνες μετά από κείνη την μέρα ήταν η τελευταία φορά που είδε τα παιδιά της. Τηλεφωνούσαν πού και πού, όμως και πάλι η απουσία τους την πλήγωνε. Είχαν πολλές δουλειές έλεγαν και δεν μπορούσαν να την επισκεφτούν. Θα έρχονταν όμως το επόμενο καλοκαίρι. Έτσι της είχαν πει.

Από αυτή την υπόσχεση κρατιόταν καρτερικά. Καθόταν κάθε πρωί στην βεράντα και περίμενε. Ατένιζε το βαθύ μπλε της θάλασσας και περίμενε εκείνο το καράβι που θα έφερνε τα παιδιά της. Περίμενε και ο χρόνος περνούσε. Όταν πια έβλεπε πως ούτε σήμερα είχε φανεί το καράβι στο λιμάνι, έμπαινε με πικρία και πάλι στο μικρό σπιτάκι και έπεφτε να κοιμηθεί. Στην πραγματικότητα όμως, δεν κοιμόταν. Ο πόνος και η μοναξιά δεν την άφηναν να κοιμηθεί.

Τα παιδιά που έπαιζαν στον δρόμο, μπροστά από το σπίτι, έλεγαν πως ήταν φάντασμα. Αλλά και οι άλλοι κάτοικοι του νησιού πίστευαν πως είχε χάσει πια τα λογικά της. Παλιά ήταν καλοσυνάτη και χαμογελαστή. Μιλούσε σε κάθε περαστικό, έδινε γλυκά στα παιδιά και τους έλεγε παραμύθια, κρατώντας τα στην αγκαλιά της. Καλημέριζε κάθε πρωί τους ψαράδες στο λιμάνι που ξεκινούσαν χαράματα το ταξίδι τους στην θάλασσα και τους πρόσφερε φαγητό όταν γυρνούσαν εξαντλημένοι, αργά το απόγευμα.

Όμως τα χρόνια πέρασαν και κλείστηκε στον εαυτό της. Έχανε την ελπίδα της κάθε μέρα που περνούσε. Είχε γίνει πια σκιά του εαυτού της και δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν. Ήταν πράγματι ένα φάντασμα, όπως έλεγαν τα παιδιά. Είχε κουραστεί να περιμένει εκείνο το καράβι που θα έφερνε τα παιδιά της. Εκείνο το καράβι που δεν ερχόταν ποτέ.

Έτσι λοιπόν και σήμερα. Έμεινε όλη μέρα να κοιτάζει το λιμάνι. Όταν πια νύχτωσε, μπήκε στο μικρό σπιτάκι και πάλι και έπεσε να κοιμηθεί. Αυτή την φορά όμως κάτι άλλαξε. Αυτή την φορά κατάφερε να κοιμηθεί και είδε όνειρο όμορφο, πως τα παιδιά της έμπαιναν από την πόρτα και το σπίτι γέμιζε από φως. Ήταν και τα εγγόνια της εκεί, που έτρεξαν αμέσως να την αγκαλιάσουν. Και στη γωνία της κουζίνας στεκόταν ο άντρας της χαμογελαστός, κοιτώντας τους με στοργή και παίζοντας με τα παιδιά. Εκείνη την στιγμή ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.

Το επόμενο πρωί δεν βγήκε στην βεράντα. Οι γείτονες απόρησαν και μπήκαν στο σπίτι να δουν τι συνέβη. Την βρήκαν να κοιμάται βαθιά, με ένα χαμόγελο σχηματισμένο στα χείλη. Εκείνο το πρωί δεν ξύπνησε.

Το καράβι δεν ήρθε ούτε σήμερα.

Ο Ηλίας Τζελέπης γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1991 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και το 2013 μετακόμισε στην Μασσαλία της Γαλλίας, όπου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανθρώπινη Παθολογία. Από το 2015 έως και σήμερα είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ιατρικής Επιστήμης στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης. Η έρευνά του έχει δημοσιευτεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Ασχολούμενος ενεργά με τα κοινωνικά, πολιτικά, αλλά και φιλοσοφικά ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο, το 2016 ξεκίνησε το blog “Νίψον Ανομήματα”, όπου γράφει άρθρα, απόψεις, αλλά και λογοτεχνικά κείμενα, με σκοπό να προβληματίσει και να φέρει την αλλαγή που ο ίδιος θέλει να δει στον κόσμο.

Διαβάστε περισσότερα κείμενα του Ηλία Τζελέπη στο site του (https://nipsonanomimatablog.wordpress.com/) όπως και στην σελίδα του στο Facebook.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Μάνο Γαρεφαλάκη.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: