“Ο γνωστός άγνωστος” -Pit

Ξημέρωσε. Ο ήλιος γρήγορα απλώνει το φως του πάνω στο σώμα μου. Ανοίγω τα μάτια μου και προσπαθώ να καταλάβω πού είμαι. Όταν βλέπω την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και την θέα στο απέραντο γαλάζιο, γρήγορα καταλαβαίνω ότι είμαι πίσω στο δωμάτιό μου. Δεν είμαι σίγουρος πότε αποκοιμήθηκα και πώς έφτασα, όμως νιώθω το σώμα μου ελαφρύ και το μυαλό μου ευχάριστα θολό. Όλα μοιάζουν σαν από όνειρο τόσο πολύ που δυσκολεύομαι να καταλάβω τι πραγματικά συνέβη χθες και τι όχι.

Όσο ντύνομαι προσπαθώ να σκεφτώ την προηγούμενη βραδιά. Θυμάμαι ήταν όλη η παρέα εκεί και περπατούσαμε στα σοκάκια της πόλης κάτω από τα χρυσά φώτα. Όλα τα μαγαζιά ήταν ακόμα ανοιχτά μιας και ήταν ημέρα γιορτής. Οι κάτοικοι κάνουν ένα πανηγύρι μία φορά τον χρόνο, στα βάθη του καλοκαιριού, για να τιμήσουν την τοπική εκκλησία, οπότε είναι η ημέρα που του δίνουν και καταλαβαίνει όλο το βράδυ. Όλοι ήταν μεθυσμένοι πριν καν το ρολόι δείξει μεσάνυχτα και άκουγες παντού γέλια και έντονες συζητήσεις. Δεν υπήρχε ούτε ένα λυπημένο πρόσωπο, ούτε ένας άνθρωπος να περπατάει σκυφτός και μόνος.

Όλοι κρατούσαμε μία μπύρα στο χέρι και κατευθυνόμασταν υποσυνείδητα προς την παραλία. Όσο περνούσε η ώρα, ένα δροσερό αεράκι ανακούφιζε την θέρμη του οινοπνεύματος στα πρόσωπά μας, κάνοντας μας να θέλουμε να μείνουμε και άλλο. Περπατήσαμε αρκετή ώρα ώσπου φτάσαμε μπροστά από μία ταβέρνα με ένα μοναχικό τραπέζι έξω. Είχε μόλις φύγει και η τελευταία παρέα και αφεντικά και γκαρσόνια κάθονταν όλοι μαζί και τα έπιναν.

Όταν σε είδα, ήσουν μόνος σου σε εκείνο το τραπέζι, ένα ζευγάρι μάτια και ένα χαμόγελο. Το δέρμα σου ήταν σκούρο από την αλμύρα και το χάιδεμα του ήλιου. Τόνιζε τα μάτια σου που μελαγχολικά κοιτούσαν στο κενό μεταξύ του ουρανού και της θάλασσας. Όλως τυχαίως, καθίσαμε ακριβώς απέναντι σου, η παρέα μου και εγώ. Χωρίς να σε έχω δει ποτέ ξανά, ένιωσα σαν να σε ξέρω, σαν να ξέρω τον τόνο της φωνής σου και το μελαγχολικό χαμόγελο σου.

Πριν το καταλάβω, το βλέμμα σου έπεσε πάνω στο δικό μου. Για ένα ατελείωτο λεπτό κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, σαν να ζυγίζαμε τις ματιές μας. Η συνήθεια και ο γνώριμος φόβος με έκαναν να τραβήξω το βλέμμα μου μακριά σου πρώτος. Όμως, σε μία στιγμή μεθυσμένου θάρρους, σε κοιτάζω ξανά και σε βλέπω να μου χαμογελάς καθώς γυρίζεις το βλέμμα σου άλλου. Για λίγο φαίνεσαι κορεσμένος, σαν να σου φτάνει αυτό το λίγο κάτι που υπήρξε μεταξύ μας.

Όμως, λίγο οι μπύρες, λίγο η αύρα του καλοκαιριού που έκανε τα πάντα να μοιάζουν πιο εύκολα, με τράβηξαν τελικά σε εσένα με ένα θάρρος που δεν ήξερα ότι είχα. Με έναν αναπτήρα στο χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο, σε πλησίασα. Με είδες και μου χαμογέλασες με εκείνο το γνώριμο άγνωστο χαμόγελο σου. Το σώμα μου πήρε όλο φωτιά και η καρδιά μου χοροπηδούσε στο στήθος μου.

“Ευχαριστώ” μου είπες με μία βραχνάδα.

Δεν κατάφερα να σου μιλήσω.

Μου άπλωσες το χέρι και μου έδειξες την καρέκλα δίπλα σου. Μου πρόσφερες το όνομά σου, αλλά στα αυτιά μου αντηχούσε ακόμα η πρώτη σου λέξη. Ακόμα και τώρα, όσο περπατάω στα ίδια δρομάκια, σε ακούω να μου μιλάς, να με κάνεις να γελάω, να με βυθίζεις όλο και πιο βαθιά σε εκείνο το όνειρο.

Όταν ήταν η ώρα να φύγω, χαμογέλασες ξανά, αυτή την φορά με έναν τόνο συνήθειας στο βλέμμα. Για ένα λεπτό ένιωσα εγώ ο γνωστός άγνωστος της ζωής σου, ο ίδιος άνθρωπος που χαιρετάς κάθε βράδυ, ο ίδιος ξένος που δεν θα συναντήσεις ξανά ποτέ. Δεν ανταλλάξαμε παρά μόνο κουβέντες, μερικές στιγμές χρόνου και συμπάθειας, όμως ακόμα και τώρα, υπό το φως του ήλιου, που βλέπω τις ίδιες καρέκλες μαζεμένες, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που με κοίταξες με εκείνο το πρώτο ευχαριστώ.

Σε είδα να σηκώνεις το βλέμμα, να με κοιτάς, και να ελπίζεις πως απόψε θα είναι διαφορετικά. Πως αυτό το βλέμμα δεν θα ξεπλυθεί το επόμενο πρωί που το όνειρο της θερινής νυκτός θα έχει τελειώσει. Και σαν τα ξωτικά του παραμυθιού που έπαιξαν με τα συναισθήματά σου για άλλη μία φορά, δεν θα μείνεις για πάντα ένας γνωστός άγνωστος.

Περνάνε όλα αυτά από τα μυαλό μου και ακόμα χίλια πράγματα όσο σε κοιτάζω από μακριά να ανοίγεις την πόρτα της ταβέρνας και να βγαίνεις έξω να πάρεις την ίδια ακριβώς θέση σου κάτω από τον ήλιο. Και με ένα πικρό χαμόγελο, γυρίζω και φεύγω. Γιατί δεν φτιάχτηκε ακόμα ο κόσμος όπου εγώ και εσύ θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι παραπάνω από γνωστοί άγνωστοι.

Ώσπου, περπατώντας μακριά σου, ξαφνικά νιώθω ένα χέρι στον ώμο μου.

“Γεια!” μου λες ξαφνικά.

“Γεια σου!” σου απαντάω το ίδιο ξαφνιασμένος.

“Εεε…ξέχασες τον αναπτήρα σου χθες,” μου λες.

“Ναι, ήμουν λίγο μεθυσμένος.”

Μου χαρίζεις ένα από τα πιο πλατιά χαμόγελά του πριν κατεβάσει το βλέμμα του.

“Πίστευα ότι δεν θα σε ξαναδώ.”

“Και εγώ το ίδιο.” Με κοιτάζεις και για λίγο ξεχνάω ότι οι άνθρωποι μπορούν να επικοινωνήσουν και με λόγια.

“Θα…θα ήθελες ένα ουζάκι; Είναι ό,τι καλύτερο μετά το μεθύσι,” μου λες.

Για λίγο σκέφτομαι να αρνηθώ, να ακούσω την φωνή της λογικής και να σταματήσω αυτή την φάρσα. Άνθρωποι σαν και εμάς δεν μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, όχι σε μία μικρή πόλη της Ελλάδας, όχι το 1984. Όμως, κάπου μεταξύ λογικής και συνήθειας, μου αρπάζεις το χέρι και με τραβάς.

Και ώσπου να έρθει λοιπόν το αύριο, ξεχνάμε για λίγο τους εαυτούς μας και αφηνόμαστε στο τώρα, εγώ και εσύ, γνωστοί άγνωστοι του σήμερα…εμείς αλλά ταυτόχρονα και αυτοί που θα θέλαμε να ήμασταν.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Blog at WordPress.com.

Up ↑

%d bloggers like this: